"The performance starts. I am familiar with this trainer as I have seen earlier versions of his act in other circuses for almost a decade. [...] He is now in full action under the glare of the spotlights surrounded by lions and tigers with which he constantly establishes hand or face contacts, using the rod he holds in his hand as a conductor's baton rather than a stick [...].
The clown sustains the public's interest while the steel arena is taken apart and rushed to the backstage. The equestrians, Dany and Denisa, now present an aerial act hanging from two ribbons which they use as substitutes for a trapeze, forming knots and loops, climbing up and sliding down.
Then two playful seals follow Mona, the charming young woman who earlier did the hula-hoop routine under the name of Monika. Her costume is now an unlikely, albeit attractive mixture of swimming outfit and sailor uniform which evokes 'the kingdom of Neptune' as the caption of her photo in the program claims. Indeed effluvia of the sea seep into the atmosphere as she carries a pail full of fresh herrings which are destined to reward Manta and Stefanie, the seals, after they have performed each trick. The interactions between these marine animals, which spend most of their time in a large artificial pool of water erected on the circus lot, and Mona, are intense and cheerful. Whether they are eager to do their tricks or get their reward is, of course, a matter of appreciation. But the illusion is perfect and nobody, including the seals, seems to object.
The clown returns with an act full of surprises which builds on the cheerful mood of the seal display. [...]
During a brief blackout, something has been brought to the center of the ring. When the blue light softly comes back, sacred music by Johann Sebastian Bach gives the tent the serenity and plenitude of a cathedral. On a low, white platform, a young man lightly dressed in white slowly balances from one hand to the other. He appears to be weightless, moving as in a dream, combining strength and contortions. [...] The audience offers him a triumphal exit. Still two acts to go before the finale. A hilarious ventriloquist reminds me that the circus inherited all the magical techniques, which from the depth of human history filled people with awe and fear."
«Η παράσταση αρχίζει. Γνωρίζω αυτόν τον θηριοδαμαστή, καθώς έχω δει παλαιότερες εκδοχές του νούμερού του σε άλλα τσίρκα εδώ και σχεδόν μια δεκαετία. [...] Τώρα βρίσκεται σε πλήρη δράση, κάτω από το εκτυφλωτικό φως των προβολέων, περιτριγυρισμένος από λιοντάρια και τίγρεις, με τα οποία έρχεται διαρκώς σε επαφή με τα χέρια ή το πρόσωπό του, χρησιμοποιώντας τη ράβδο που κρατά στο χέρι του σαν μπαγκέτα αρχιμουσικού και όχι σαν βέργα [...].
Ο κλόουν κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού, όσο το ατσάλινο κλουβί των θηρίων αποσυναρμολογείται και μεταφέρεται βιαστικά στα παρασκήνια. Οι ιππείς Ντάνι και Ντενίσα παρουσιάζουν τώρα ένα εναέριο νούμερο: κρέμονται από δύο υφασμάτινες λωρίδες, τις οποίες χρησιμοποιούν ως υποκατάστατο της εναέριας κούνιας, σχηματίζοντας κόμπους και θηλιές, σκαρφαλώνοντας και γλιστρώντας προς τα κάτω.
Έπειτα δύο παιχνιδιάρες φώκιες ακολουθούν τη Μόνα, τη γοητευτική νεαρή γυναίκα που νωρίτερα είχε παρουσιάσει, ως Μόνικα, το νούμερο με το χούλα-χουπ. Το κοστούμι της είναι τώρα ένα απίθανο, αν και ελκυστικό, μείγμα μαγιό και ναυτικής στολής, που παραπέμπει στο “βασίλειο του Ποσειδώνα”, όπως ισχυρίζεται η λεζάντα της φωτογραφίας της στο πρόγραμμα. Πράγματι, μυρωδιές της θάλασσας διαχέονται στην ατμόσφαιρα, καθώς κρατά έναν κουβά γεμάτο φρέσκες ρέγγες, προορισμένες να ανταμείψουν τις φώκιες, τη Μάντα και τη Στεφανί, ύστερα από κάθε κόλπο. Η αλληλεπίδραση της Μόνας με τα θαλάσσια αυτά ζώα, που περνούν τον περισσότερο χρόνο τους σε μια μεγάλη τεχνητή δεξαμενή νερού στημένη στον χώρο του τσίρκου, είναι έντονη και εύθυμη. Το αν ανυπομονούν να εκτελέσουν τα κόλπα τους ή να πάρουν την ανταμοιβή τους είναι, βεβαίως, ζήτημα εκτίμησης. Η ψευδαίσθηση, όμως, είναι τέλεια και κανείς, ούτε καν οι φώκιες, δεν φαίνεται να έχει αντίρρηση.
Ο κλόουν επιστρέφει με ένα νούμερο γεμάτο εκπλήξεις, που αξιοποιεί το εύθυμο κλίμα του νούμερου με τις φώκιες. [...]
Κατά τη διάρκεια μιας σύντομης συσκότισης, κάτι έχει μεταφερθεί στο κέντρο της πίστας. Όταν το γαλάζιο φως επανέρχεται απαλά, ιερή μουσική του Johann Sebastian Bach [Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ] χαρίζει στο αντίσκηνο τη γαλήνη και την πληρότητα ενός καθεδρικού ναού. Πάνω σε μια χαμηλή, λευκή εξέδρα, ένας νεαρός άνδρας, ντυμένος ελαφρά στα λευκά, μεταφέρει αργά την ισορροπία του από το ένα χέρι στο άλλο. Μοιάζει αβαρής, κινείται σαν σε όνειρο, συνδυάζοντας δύναμη και στρεβλώσεις του σώματος. [...] Το κοινό τού επιφυλάσσει θριαμβευτική έξοδο. Απομένουν ακόμη δύο νούμερα πριν από το φινάλε. Ένας ξεκαρδιστικός εγγαστρίμυθος μού θυμίζει ότι το τσίρκο κληρονόμησε όλες τις μαγικές τεχνικές που, από τα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας, γέμιζαν τους ανθρώπους δέος και φόβο.»
Ο σημειολόγος Paul Bouissac [Πωλ Μπουισσάκ] περιγράφει σε πρώτο πρόσωπο μια παράσταση κλασσικού τσίρκου που παρακολούθησε ο ίδιος. Η διαδοχή αυτοτελών νούμερων (θηριοδαμαστής, εναέριο ακροβατικό νούμερο, εκπαιδευμένες φώκιες, ισορροπία στα χέρια, εγγαστρίμυθος), με τις παρεμβάσεις του κλόουν κατά την προετοιμασία της πίστας, αποτυπώνει τη χαρακτηριστική δομή του θεάματος. Ο συγγραφέας αναδεικνύει παράλληλα τη συμβολή του φωτισμού, της μουσικής, ακόμη και των οσμών, στην πολυτροπική εμπειρία του κοινού.
Bouissac, P. (2012). Circus as multimodal discourse: Performance, meaning, and ritual. London: Bloomsbury Academic, σ. 19.